ιπποτικός


ιπποτικός
[ипотикос] εκ. рыцарский

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ιπποτικός" в других словарях:

  • ιπποτικός — ή, ό [ιππότης] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον ιππότη ή στον ιπποτισμό («ιπποτική συμπεριφορά») 2. ευγενής, γενναίος, έντιμος, λεπτός στους τρόπους 3. φρ. α) (κατά τον μεσαίωνα) «ιπποτικά τάγματα» στρατιωτικά τάγματα που μάχονταν υπέρ τής… …   Dictionary of Greek

  • ιπποτικός — ή, ό επίρρ. ά αυτός που ανήκει ή ταιριάζει σε ιππότη: Ιπποτική τέχνη. – Ιπποτικό τάγμα. – Ιπποτική συμπεριφορά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γαλάντης — και γαλάντες και γκαλάντης, ο 1. κομψός, ευγενικός στη συμπεριφορά 2. γαλαντόμος, γενναιόδωρος 3. αγαπητικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. galante «γενναιόδωρος» (πρβλ. γαλλ. galant «φιλόφρων, ιπποτικός»)] …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • Σάλαχ ελ Ντιν — Όνομα δύο σουλτάνων. Ελληνοποιημένος τίτλος Σαλαδίνος. 1. Σ. ελ N., Γιούσεφ Ιμπν Αγιούμπ. Πρώτος σουλτάνος της δυναστείας των Αγιουβιδών της Αιγύπτου και της Συρίας (Τακρίτ, Μεσοποταμία 1138 Δαμασκός 1193), κουρδικής καταγωγής, γνωστός και με το… …   Dictionary of Greek

  • Τίρσο ντε Μολίνα — (Tirso de Molina, ψευδώνυμο του Fray Gabriel Tellez, Μαδρίτη 1584; – Αλμαθάν, Σόρια 1648). Ισπανός θεατρικός συγγραφέας. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Αλκαλά ντε Ενάρες και μπήκε στο μοναχικό τάγμα των αδελφών του Ελέους. Έμεινε μερικά χρόνια στη …   Dictionary of Greek